Στη Γένοβα

Αναδημοσίευση από το Sidecar του New Left Review
από τη Marina Forti
26 Σεπτεμβρίου 2025

Μια γενική απεργία ξέσπασε σε όλη την Ιταλία τη Δευτέρα, και περίπου μισό εκατομμύριο άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους σε μία από τις μεγαλύτερες κινητοποιήσεις της Ευρώπης ενάντια στον πόλεμο στη Γάζα. Δράσεις πραγματοποιήθηκαν σε τουλάχιστον 75 δήμους με το σύνθημα «Blocchiamo tutto» – «Να τα μπλοκάρουμε όλα» – κλείνοντας σχολεία, διακόπτοντας τρένα και εμποδίζοντας δρόμους και λιμάνια. Τα μεγαλύτερα πλήθη συγκεντρώθηκαν στις μεγάλες πόλεις – 100.000 μόνο στη Ρώμη, σύμφωνα με τους οργανωτές, όπου οι διαδηλωτές κατέλαβαν τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό πριν ξεκινήσουν πορεία στους δρόμους. Η απεργία κηρύχθηκε από διάφορα ριζοσπαστικά συνδικάτα που απαίτησαν από την κυβέρνηση να τερματίσει την εμπορική και στρατιωτική συνεργασία με το Ισραήλ. Στη βουλή, ο Ρικάρντο Ριτσιάρντι του Κινήματος των Πέντε Αστέρων χαρακτήρισε τις διαδηλώσεις προσπάθεια «να αποκατασταθεί η τιμή της Ιταλίας». Οι υπουργοί του κόμματος Αδέλφια της Ιταλίας, εν τω μεταξύ, εξέφρασαν στήριξη στις δυνάμεις ασφαλείας που έκαναν χρήση σπρέι πιπεριού, δακρυγόνων και αντλιών νερού κατά του πλήθους. Η πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι, από τη Νέα Υόρκη, όπου βρισκόταν για τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, καταδίκασε τα επεισόδια στον κεντρικό σταθμό του Μιλάνου. Η κυβέρνησή της είναι από τους πλέον αμετακίνητους ευρωπαίους υποστηρικτές του Ισραήλ, αν και υπάρχουν ενδείξεις ότι η λαϊκή πίεση αρχίζει να έχει κάποιο αποτέλεσμα, έστω και κυρίως σε συμβολικό επίπεδο.

Η απεργία ήρθε ως συνέχεια της δράσης των λιμενεργατών στη Γένοβα, όπου βρίσκεται ένα από τα πιο πολυσύχναστα λιμάνια της Ευρώπης, που στέκονται αλληλεγγύοι/ες προς τη Global Sumud Flotilla, το πολιτικό κομβόι σκαφών που απέπλευσε τον περασμένο μήνα από διάφορα μεσογειακά λιμάνια με στόχο να σπάσει τον ισραηλινό αποκλεισμό της Γάζας. Οι λιμενεργάτες της Λιγουρίας απείλησαν να εμποδίσουν την αναχώρηση πλοίων εμπορευματοκιβωτίων με προορισμό το Ισραήλ, στηρίζοντας τη φλοτίλα που έχει δεχθεί σειρά επιθέσεων με drones. Η Μελόνι έστειλε αυτή την εβδομάδα ναυτικά σκάφη ως απάντηση –πάνω τους βρίσκονται Ιταλοί πολίτες, ανάμεσά τους και πολιτικοί– αν και χαρακτήρισε την αποστολή «αχρείαστη, επικίνδυνη και ανεύθυνη», καλώντας τους ακτιβιστές να παραδώσουν το φορτίο τους στην Κύπρο.

«Αν χάσουμε επαφή με τα καράβια, ακόμη και για είκοσι λεπτά, θα αποκλείσουμε ολόκληρη την Ευρώπη», διακήρυξε ο Ρικάρντο Ρουντίνο, εκπρόσωπος του Αυτόνομου Συλλόγου Λιμενεργατών Γένοβας (CALP), απευθυνόμενος σε πλήθος 40.000 ανθρώπων ένα Σάββατο βράδυ στα τέλη Αυγούστου, μπροστά στις πύλες του λιμανιού. Στα τέλη Ιουλίου, η ανθρωπιστική οργάνωση Music for Peace με έδρα τη Γένοβα άρχισε να συμμετέχει στην οργάνωση του τοπικού στολίσκου που θα εντασσόταν στη φλοτίλα. Το CALP ήταν από τους πρώτους φορείς που ενώθηκαν μαζί τους, ακολουθούμενοι από συνδικάτα και τοπικές συλλογικότητες. Η κινητοποίηση που ακολούθησε μέσα στον καύσωνα του Αυγούστου, ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Οι οργανωτές κάλεσαν τους πολίτες της Γένοβα να βοηθήσουν, ζητώντας 40 τόνους τροφίμων για τα τέσσερα πλοία που θα αναχωρούσαν από το λιμάνι. Έφτασαν 300 τόνοι, πολύ περισσότεροι απ’ όσους μπορούσαν να μεταφερθούν, και περίπου 40.000 άνθρωποι, σε μια πόλη 560.000 κατοίκων, συμμετείχαν στην πορεία: η μεγαλύτερη διαδήλωση από τη Σύνοδο των G8 το 2001. Στην Πιάτσα ντε Φεράρι, η δήμαρχος Σίλβια Σάλις μίλησε για την αντιφασιστική παράδοση της Γένοβας. Εκπρόσωπος της Ρωμαϊκής Κουρίας δήλωσε ότι η πόλη απέδειξε πως «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός».

«Όταν είπαμε ότι θα τα μπλοκάρουμε όλα, δεν ήταν λόγια του αέρα. Αυτό ακριβώς θα κάνουμε», μου λέει ο Ρουντίνο, όταν συναντιόμαστε λίγες μέρες μετά την πορεία. «Κάθε χρόνο, 13 ή 14 χιλιάδες κοντέινερ με διάφορα εμπορεύματα φεύγουν από το λιμάνι της Γένοβας για το Ισραήλ. Αλλά αν σταματήσουν τη φλοτίλα, ούτε ένα καρφί δεν θα φύγει από εδώ». Οι λιμενεργάτες της Γένοβας κινητοποιούνται ενάντια στον πόλεμο στη Γάζα από τότε που ξέσπασε, τον Οκτώβριο του 2023, ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα των παλαιστινιακών συνδικάτων να μπλοκαριστεί η προμήθεια όπλων προς το Ισραήλ. Η πιο πρόσφατη αντιπαράθεση σημειώθηκε τον Ιούλιο φέτος, όταν οι εργάτες κατάφεραν να αποτρέψουν τον ελλιμενισμό του Cosco Shipping Pisces, που μετέφερε κοντέινερ με στρατιωτικό υλικό από τη Σιγκαπούρη με προορισμό το Ισραήλ. Το φορτηγό πλοίο είχε ήδη αποκλειστεί από τους εργάτες στον Πειραιά· ήταν το ελληνικό συνδικάτο λιμενεργατών που ειδοποίησε τους Ιταλούς συναδέλφους του.

«Για εμάς, το να μπλοκάρουμε λιμάνια δεν είναι κάτι καινούργιο», εξηγεί ο Ρουντίνο«ούτε και οι συντονισμένες δράσεις μεταξύ των λιμενεργατών στην Ευρώπη είναι κάτι καινούριο». Το 2019, εργαζόμενοι στο λιμάνι της Χάβρης στη βόρεια Γαλλία αρνήθηκαν να φορτώσουν γαλλικής κατασκευής κανόνια στο Bahri Yanbu, με προορισμό τη Σαουδική Αραβία. Φοβούμενοι ότι τα όπλα θα μπορούσαν να μεταφερθούν οδικώς στη Γένοβα, όπου αναμενόταν να καταπλεύσει το σαουδαραβικό πλοίο, Γάλλοι ακτιβιστές ειδοποίησαν το Ιταλικό Δίκτυο Αφοπλισμού, και η Αυτόνομη Συλλογικότητα Λιμενεργατών Γένοβας ανταποκρίθηκε. Τα οβιδοβόλα τύπου Caesar δεν έφτασαν ποτέ, αλλά το σαουδαραβικό πλοίο επρόκειτο να φορτώσει ηλεκτρογεννήτριες της ιταλικής εταιρείας Teknel. Παρότι είχαν δηλωθεί για πολιτική χρήση, οι έλεγχοι αποκάλυψαν ότι το πλοίο είχε άδεια εξαγωγής όπλων και το φορτίο πιθανώς προοριζόταν για την Εθνική Φρουρά της Σαουδικής Αραβίας, που τότε συμμετείχε στον πόλεμο στην Υεμένη. Επικαλούμενοι έναν ιταλικό νόμο του 1990 που απαγορεύει την προμήθεια όπλων σε χώρες που βρίσκονται σε πόλεμο, οι λιμενεργάτες της Γένοβας αρνήθηκαν να φορτώσουν τις γεννήτριες. Τελικά η Teknel εγκατέλειψε την αποστολή και το Bahri Yanbu απέπλευσε χωρίς αυτές (οι γεννήτριες κατέληξαν τελικά στη Σαουδική Αραβία μέσω Βενετίας). Αυτή η υπόθεση ήταν που ώθησε τους εργάτες του λιμανιού της Λιγουρίας να εδραιώσουν δεσμούς με λιμενεργάτες σε όλη την Ευρώπη, δημιουργώντας ένα αντιπολεμικό δίκτυο για την παρακολούθηση και την παρεμπόδιση του διεθνούς εμπορίου όπλων.

Οι λιμενεργάτες της Γένοβας, γνωστοί ως camalli, έχουν μια ξεχωριστή ιστορία αυτοοργάνωσης και πολιτικής δράσης. Ο πρώτος σύγχρονος συνεταιρισμός λιμενεργατών στην πόλη ιδρύθηκε το 1889, την εποχή της εμφάνισης των εργατικών εταιρειών αλληλοβοήθειας. Στις αρχές του 20ού αιώνα, μια σειρά απεργιών κατάφερε να βάλει τέλος στο άδικο σύστημα της ημερομισθίας. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ιδρύθηκε η Compagnia unica lavoratori merci varie (CULMV), με αρμοδιότητα την εκπαίδευση και την προστασία των λιμενεργατών. Το κρίσιμο στοιχείο ήταν ότι η Compagnia απέκτησε τον αποκλειστικό έλεγχο των προσλήψεων και των συμβολαίων: οι ναυτιλιακές εταιρείες δεν μπορούσαν να προσλάβουν απευθείας δικούς τους εργάτες, υπό συνθήκες πιθανότατα πιο επισφαλείς και κακοπληρωμένες, αλλά έπρεπε να αντλούν προσωπικό από τα μέλη της CULMV.

Αν και είναι περισσότερο ένας φορέας διαχείρισης της απασχόλησης παρά συνδικάτο με την αυστηρή έννοια, η Compagnia υπήρξε για δεκαετίες κεντρικό θεσμικό όργανο στην ευρύτερη πολιτική οργάνωση και την καλλιέργεια συνείδησης. Στην μεταπολεμική περίοδο, οι ηγέτες και τα μέλη της ανήκαν κυρίως στη CGIL, το συνδικάτο με κομμουνιστική πλειοψηφία, και ψήφιζαν μαζικά το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Εκτός από τη βελτίωση των δικών τους συνθηκών εργασίας, οι camalli έπαιξαν ηγετικό ρόλο σε εθνικά κινήματα αντίστασης. Τον Ιούνιο του 1960 συμμετείχαν στις καταλήψεις πλατειών για να εμποδίσουν το νεοφασιστικό Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα (πρόγονο του κόμματος της Μελόνι, μέσα από διάφορες μεταμορφώσεις) να πραγματοποιήσει συνέδριο στη Γένοβα. Η εξέγερση, που συνοδεύτηκε από βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία, οδήγησε στην πτώση της δεξιάς κυβερνητικής συμμαχίας του Ταμπρόνι. Οι λιμενεργάτες της Γένοβας έχουν επίσης ένδοξη παράδοση διεθνιστικής αλληλεγγύης. Το 1973 έστειλαν πλοίο φορτωμένο με τρόφιμα και αγαθά για να στηρίξουν τη Λαϊκή Δημοκρατία του Βιετνάμ, κατόρθωμα που αποτελεί θρυλικό στην πόλη. Επίσης μπλόκαραν φορτηγά πλοία που προμήθευαν τα αμερικανικά στρατεύματα στην Ινδοκίνα και τη δικτατορία του Πινοσέτ στη Χιλή, ενώ μποϊκοτάρισαν τη Νότια Αφρική του απαρτχάιντ.

Όπως και σε πολλούς άλλους κλάδους, οι τεχνολογικές και κοινωνικές αλλαγές άλλαξαν τη φύση της εργασίας στα λιμάνια τις τελευταίες δεκαετίες, μεταβάλλοντας την ισορροπία δυνάμεων. Η μεταφορά εμπορευμάτων με κοντέινερ έφερε μια επανάσταση στα logistics και στο διεθνές εμπόριο, ενώ η μηχανοποίηση στις προβλήτες μείωσε τον όγκο της εργασίας. Τη δεκαετία του 1970 υπήρχαν 8.000 λιμενεργάτες στη Γένοβα, ενώ είκοσι χρόνια αργότερα, μόλις 1.000. Στη δεκαετία του 1990, ένα κύμα ιδιωτικοποιήσεων σάρωσε την Ιταλία, και τα λιμάνια της Λιγουρίας άνοιξαν σε ιδιωτικές εταιρείες, στις οποίες οι λιμενικές αρχές, που πλέον λειτουργούσαν σαν ένα είδος δημόσιου ιδιοκτήτη γης, εκμίσθωναν τερματικούς σταθμούς. Οι νέοι κανονισμοί επέτρεψαν σε αυτές τις εταιρείες, τους λεγόμενους «χειριστές τερματικών», να προσλαμβάνουν δικούς τους εργαζόμενους, απειλώντας το καθεστώς της Compagnia, αν και εκείνη διατήρησε τον ρόλο της ως προμηθευτή εργατικού δυναμικού: σε περιόδους αιχμής, οι ιδιωτικές εταιρείες μπορούσαν να αντλούν μόνο από τα μέλη της CULMV.

Σήμερα, το λιμάνι της Γένοβας έχει περίπου 3.400 εργαζόμενους, εκ των οποίων 2.300 είναι φορτοεκφορτωτές που ασχολούνται με τη φόρτωση και εκφόρτωση εμπορευμάτων (από αυτούς, περίπου οι μισοί είναι μέλη της CULMV). Η απασχόληση είναι σταθερή και σχετικά προστατευμένη. Η CULMV εγγυάται στις ιδιωτικές εταιρείες ευελιξία και έτσι αποτρέπει την εξάπλωση προσωρινής και κακοπληρωμένης εργασίας που μαστίζει άλλους κλάδους. «Έχουμε φορητές συσκευές και υπολογιστές, αλλά στο τέλος, η δουλειά παραμένει το φόρτωμα και το ξεφόρτωμα πλοίων», εξηγεί ο Ρικάρντο Ρουντίνο: «Σε ένα λιμάνι τέτοιου μεγέθους, η ανθρώπινη εργασία εξακολουθεί να μετρά». «Στην πόλη, οι λιμενεργάτες εξακολουθούν να χαίρουν μεγάλης εκτίμησης», μου είπε ο Ρικάρντο Ντελ’Ινοτσέντι, ανεξάρτητος ερευνητής που εργάζεται πάνω στην ιστορία των λιμανιών.

Η Αυτόνομη Συλλογικότητα Λιμενεργατών έχει πλήρη συνείδηση της δύναμης οργάνωσης και στρατηγικής που εξακολουθεί να έχει, ιδίως δεδομένου του παγκόσμιου αντίκτυπου της δουλειάς τους (το Weapon Watch, ερευνητικό κέντρο με έδρα τη Γένοβα, περιγράφει τα λιμάνια ως «την καρδιά του παγκόσμιου στρατιωτικο-βιομηχανικού συστήματος»), και είναι υπερήφανο για την ιστορία συλλογικών αγώνων. «Όπως οι πατεράδες και οι παππούδες μας, δεν θέλουμε να είμαστε συνένοχοι στο εμπόριο όπλων», μου λέει ο Ρουντίνο. Χρησιμοποιεί τη λέξη «εμπόριο», εξηγεί, επειδή τέτοια συναλλαγή παραβιάζει ιταλικούς και διεθνείς κανονισμούς, για να μην αναφέρουμε τις αρχές της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης.

Το Σαββατοκύριακο, λιμενεργάτες από όλη την Ευρώπη και πέρα από την Ευρώπη, στη Μασσαλία, την Αθήνα, την Ταγγέρη, συγκεντρώνονται στη Γένοβα για την πρώτη διεθνή συνάντηση του νεοσύστατου Coordinamento Internazionale dei Portuali (Διεθνής Συμμαχία Λιμενεργατών). Συγκαλείται από το ιταλικό συνδικάτο USB, με τη συμμετοχή αντιπροσώπων από ευρωπαϊκά, βορειοαφρικανικά και μεσανατολικά συνδικάτα λιμενεργατών. Η διήμερη συνέλευση στοχεύει να συντονίσει την προσπάθεια αποτροπής εξαγωγών όπλων προς το Ισραήλ και να σχεδιάσει απάντηση στις επιθέσεις drones κατά της φλοτίλας. Αλλά και ανάμεσα στους εθελοντές πάνω στα πλοία βρίσκονται λιμενεργάτες. Ένα βράδυ στις αρχές του μήνα, κατά τη διάρκεια μιας κατάμεστης δημόσιας συγκέντρωσης που οργάνωσαν το CALP και η USB στο εργατικό κλαμπ της Λιμενικής Αρχής της Γένοβας για την προετοιμασία της γενικής απεργίας, έγινε σύνδεση μέσω βιντεοκλήσης με ένα από τα πλοία που κατευθύνονταν προς τη Γάζα. «Γεια σας σε όλους», είπε ένας χαμογελαστός, αλλά κουρασμένος νέος που εμφανίστηκε σε μεγάλη οθόνη. «Γεια σου Χοσέ», απάντησαν δεκάδες φωνές, μέσα σε χειροκροτήματα. Ο Χοσέ Νιβόι είναι λιμενεργάτης και μέλος του CALP. «Το ηθικό είναι υψηλό. Το να ξέρουμε ότι μας παρακολουθείτε μας δίνει δύναμη», είπε στο πλήθος. Ένας εργάτης από το λιμάνι του Λιβόρνου δήλωσε στο μικρόφωνο: «Κινητοποιούμαστε όχι μόνο από αλληλεγγύη προς τον βασανισμένο παλαιστινιακό λαό, αλλά και από την οργή που κουβαλάμε μέσα μας». Ένας άλλος εργάτης πρόσθεσε «ας είναι αυτό «η αρχή ενός καυτού φθινοπώρου».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *